Σαν Σήμερα

18 Ιανουαρίου 1973

18 Ιανουαρίου 1973

Σαν σήμερα, στις 18 Ιανουαρίου του 1973, ο Paul Rodgers δημιουργεί τους Bad Company από μέλη των συγκροτημάτων Free, Mott the Hoople και King Crimson.

Το συγκρότημα, δημιουργήθηκε στο Westminster του Λονδίνου από τα μέλη των Free, Paul Rodgers (τραγουδιστής) και Simon Kirke (drummer), τον κιθαρίστα των Mott the Hoople, Mick Ralphs και τον μπασίστα των King Crimson, Boz Burrell, ενώ ανέλαβε να τους «μανατζάρει», ο «μάνατζερ» των Led Zeppelin, Peter Grant.

Ο Paul Rodgers, που εκείνη την εποχή είχε «έρωτα» με το Αμερικάνικο western film του Jeff Bridges με τίτλο “Bad Company” (1972), αποφάσισε να δώσει στο συγκρότημα το ίδιο όνομα. Το συγκρότημα, υπογράφει με τη δισκογραφική εταιρεία “Swan Song Records/Atlantic Records” για την προώθηση τους στην Αμερική και την “Island Records” για την Ευρώπη και το 1974, κυκλοφορεί το ομώνυμο ντεμπούτο του άλμπουμ, το οποίο σκαρφάλωσε στο Νο.1 στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Νο.3 στη Μεγάλη Βρετανία. Το άλμπουμ, γίνεται πέντε φορές πλατινένιο, ενώ μαζί με το δίσκο κυκλοφορούν και τα επιτυχημένα singles “Can’t Get Enough” και “Movin’ On”. Την επόμενη χρονιά ηχογραφείται το “Straight Shooter”, το οποίο γίνεται τριπλά πλατινένιο και φτάνει στο Νο.3 σε Ευρώπη και Αμερική, με τις επιτυχίες “Good Lovin’ Gone Bad” και “Feel Like Makin’ Love”.

Ακολουθούν τα “Run with the Pack” (1976), “Burnin’ Sky” (1977) και το διπλά πλατινένιο “Desolation Angels” (1979), το οποίο περιείχε το χρυσό single “Rock ‘n’ Roll Fantasy”.

Δυστυχώς όμως, η κούραση από τις συνεχείς περιοδείες και η έλλειψη ενδιαφέροντος από τον μάνατζερ τους Peter Grant, οδηγεί το συγκρότημα σε αποχή από την ενεργό δράση μέχρι το 1982. Την ίδια χρονιά ο Grant αποχωρεί, καθώς έχει χάσει το ενδιαφέρον του γενικότερα, μετά από τον θάνατο του φίλου του και συνεργάτη John Bonham (25 Σεπτεμβρίου 1980).

Μετά από αποχή τριών ετών από το στούντιο, οι Bad Co. επιστρέφουν με το “Rough Diamonds”, το οποίο θα είναι και η τελευταία κυκλοφορία τους με την κλασική σύνθεση του συγκροτήματος, το οποίο θα διαλυθεί μέσα στο 1982.

Το 1986, ο Mick Ralphs και ο Simon Kirke, δημιουργούν και πάλι τους Bad Company, με τον Brian Howe στα φωνητικά και τον Steve Price στο μπάσο. Πρώτη κυκλοφορία της νέας σύνθεσης, θα είναι το “Fame and Fortune”, το οποίο δεν κατάφερε να μπει στο Top100 του Billboard, ενώ νέα προσθήκη στον ήχο τους, ήταν τα πλήκτρα του Greg Dechert, ο οποίος μετά την περιοδεία του άλμπουμ αντικαταστάθηκε από τον Larry Oakes. Το 1988, κυκλοφορεί το “Dangerous Age” το οποίο γίνεται χρυσό, αλλά μετά την περιοδεία για την προώθηση του, οι Price και Oakes αποχωρούν. Ακολουθεί το πλατινένιο “Holy Water” και ενώ συνεχίζονται οι αλλαγές στη σύνθεση του συγκροτήματος, το 1992, κυκλοφορούν το “Here Comes Trouble”, το οποίο γίνεται χρυσό.

Το 1998, ο Paul Rodgers επιστρέφει στους Bad Company για την ηχογράφηση τεσσάρων νέων τραγουδιών για τη συλλογή “The Original Bad Company Anthology”. Η αρχική σύνθεση του συγκροτήματος, περιόδευσε το 1999 στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά παρά την επιτυχία των συναυλιών τους, οι Mick Ralphs και Boz Burrell αποχωρούν και το 2002, οι Bad Company σταματούν τις δραστηριότητες τους, λόγω της επιστροφής του Rodgers στην προσωπική του καριέρα. Από εκεί και έπειτα, θα υπάρξουν και άλλες επανενώσεις με διάφορες συνθέσεις, για τις ανάγκες κάποιων εμφανίσεων.

Οι Bad Company, που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία κυρίως κατά την δεκαετία του ’70, έγιναν αμέσως δημοφιλής και μας χάρισαν τραγούδια όπως τα “Can’t Get Enough”, “Rock Steady”, “Ready for Love”, “Feel Like Makin’ Love”, “Don’t Let Me Down”, “Bad Company”, κ.α.

Ηλίας Πελέκης

January 13th, 2020

No Comments

Comments are closed.